έδω


έδω
ἔδω (Α)
1. τρώω
2. καταναλώνω, σπαταλώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ρίζα *ed- «τρώω», στην οποία ανάγεται το ρήμα, εμφανίζεται κυρίως στο επικό απαρμφ. έδμεναι ενός αρχαίου αθέματου ενεστ., καθώς και στην υποτακτ. σε θέση μέλλοντος έδομαι (πρβλ. χεττ. ed-mi «τρώω», αρχ. ινδ. ad-mi «τρώω», λατ. -ēst, λιθ. es-ti, αρχ. σλαβ. ěs-) που εμφανίζουν εκτεταμένη βαθμίδα ρίζας (< IE *ěd-mi, -ti). Θεματικοί τ. εκτός από την Ελληνική (πρβλ. έδω, έδεις κ.λπ.) απαντούν και σε άλλες γλώσσες (πρβλ. γοτθ. itan «τρώω»). Οι υστερογενείς ενεστώτες έσθω και εσθίω ανήκαν πιθ. στην καθημερινή και στην παιδική γλώσσα και προήλθαν από την προστ. έσθι που συνδέεται με αρχ. ινδ. addhi. Επίσης οι υπόλοιποι ελληνικοί τ. ηδέσθην, εδήδε(σ)μαι είναι νεώτεροι σχηματισμοί κατά τα ετελέσθην, τετέλεσμαι, ῃδέσθην, αλήλε(σ)μαι κ.ά.
ΠΑΡ. έδεσμα
αρχ.
εδητύς, εδωδή, εδωδός, είδαρ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εδώ — (Μ ἐδῶ) επίρρ. 1. τοπ. σε αυτόν τον τόπο, σε αυτό το σημείο 2. χρον. τότε, αυτή τη στιγμή νεοελλ. 1. με τα μόρια μέχρι(ς), έως, ώς είτε επιτατ. για δήλωση ακριβούς καθορισμού είτε αοριστολ. για ηπιότερη έκφραση («ώς εδώ και μη παρέκει», «έλα ώς… …   Dictionary of Greek

  • ἔδω — δίδωμι Aër. aor ind act 3rd sg (epic) ἔδω eat pres subj act 1st sg (epic) ἔδω eat pres ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εδώ — [эдо] εκίρ. здесь, вот …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἔδεσθον — ἔδω eat fut ind mid 3rd dual (epic) ἔδω eat fut ind mid 2nd dual (epic) ἔδω eat pres imperat mp 2nd dual (epic) ἔδω eat pres ind mp 3rd dual (epic) ἔδω eat pres ind mp 2nd dual (epic) ἔδω eat imperf ind mp 2nd dual (epic) ἐσθίω eat fut ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'δῶ — ἔδω , δίδωμι Aër. aor ind act 3rd sg (epic) ἔδω , ἔδω eat pres subj act 1st sg (epic) ἔδω , ἔδω eat pres ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδομένων — ἔδω eat fut part mid fem gen pl (epic) ἔδω eat fut part mid masc/neut gen pl (epic) ἔδω eat pres part mp fem gen pl (epic) ἔδω eat pres part mp masc/neut gen pl (epic) ἐσθίω eat fut part mid fem gen pl ἐσθίω eat fut part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδόμενον — ἔδω eat fut part mid masc acc sg (epic) ἔδω eat fut part mid neut nom/voc/acc sg (epic) ἔδω eat pres part mp masc acc sg (epic) ἔδω eat pres part mp neut nom/voc/acc sg (epic) ἐσθίω eat fut part mid masc acc sg ἐσθίω eat fut part mid neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔδεσθε — ἔδω eat fut ind mid 2nd pl (epic) ἔδω eat pres imperat mp 2nd pl (epic) ἔδω eat pres ind mp 2nd pl (epic) ἔδω eat imperf ind mp 2nd pl (epic) ἐσθίω eat fut ind mid 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔδῃ — ἔδω eat fut ind mid 2nd sg (epic) ἔδω eat pres subj mp 2nd sg (epic) ἔδω eat pres ind mp 2nd sg (epic) ἔδω eat pres subj act 3rd sg (epic) ἐσθίω eat fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδηδομένων — ἔδω eat perf part mp fem gen pl ἔδω eat perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)